Μήλος

Μήλος
η
νησί των Κυκλάδων.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Μῆλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηλός — I Νησί (150,6 τ. χλμ., 4.771 κάτ.) του Αιγαίου πελάγους, το νοτιοδυτικότερο στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων. Πρωτεύουσα του νησιού είναι ο ομώνυμος οικισμός (υψόμ. 200 μ., 792 κάτ.). Διοικητικά το νησί αποτελεί δήμο του νομού Κυκλάδων. Νησί… …   Dictionary of Greek

  • Μήλος — Sp Milas Ap Μήλος/Milos L s. ir g tė Kikladų ss., Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Μῆλον — Μῆλος masc acc sg Μῆλος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μήλω — Μῆλος masc/neut nom/voc/acc dual Μῆλος masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μήλων — Μῆλος fem gen pl Μῆλος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μηλέων — Μῆλος masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μῆλα — Μῆλος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μῆλαι — Μῆλος fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μήλη — Μῆλος fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”